Η ψηφιακή ενασχόληση και η διαδικτυακή παρουσία των νέων συνεχίζει να αυξάνεται παγκοσμίως, δημιουργώντας τόσο ευκαιρίες όσο και κινδύνους. Τα τελευταία χρόνια, ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyberbullying) παραμένει μία από τις πιο επίμονες ανησυχίες που καταγράφονται από Κέντρα Ασφαλούς Διαδικτύου σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τα στοιχεία από διαφορετικές πηγές επιβεβαιώνουν την έκταση του φαινομένου. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ένας στους έξι εφήβους δηλώνει ότι έχει βιώσει διαδικτυακό εκφοβισμό, ενώ ένας στους οκτώ αναγνωρίζει ότι έχει συμμετάσχει ο ίδιος σε παρόμοια συμπεριφορά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε στις 10 Φεβρουαρίου 2026 το Σχέδιο Δράσης της Ε.Ε κατά του διαδικτυακού εκφοβισμού, με στόχο την προώθηση μιας κοινής προσέγγισης για την ενίσχυση της πρόληψης, τη βελτίωση των μηχανισμών αναφοράς και την ενδυνάμωση της υποστήριξης των θυμάτων. Το Σχέδιο Δράσης περιλαμβάνει 22 συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Από αυτές, οι 13 θα υλοποιηθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ οι υπόλοιπες 9 απευθύνονται στα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να τις ενσωματώσουν και να τις εφαρμόσουν σε εθνικό επίπεδο. Στόχος είναι να υπάρξει καλύτερος συντονισμός των προσπαθειών, μεγαλύτερη συγκρισιμότητα των δεδομένων μεταξύ χωρών και ουσιαστικότερη συνεργασία ανάμεσα στους βασικούς εμπλεκόμενους φορείς.
Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αποσαφηνίσει τι σημαίνει στην πράξη αυτό το νέο πλαίσιο. Αναλύει πώς τα ήδη υπάρχοντα εθνικά μέτρα μπορούν να προσαρμοστούν και να ενισχυθούν ώστε να ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες του Σχεδίου Δράσης, και αναδεικνύει τους βασικούς παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τον τρόπο εφαρμογής του τα επόμενα χρόνια.
Το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ: βασικά στοιχεία
Το Σχέδιο Δράσης διαμορφώνει ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του διαδικτυακού εκφοβισμού, αξιοποιώντας και ενισχύοντας τις ήδη υπάρχουσες εθνικές και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Δομείται γύρω από τρεις αλληλένδετους πυλώνες και υπογραμμίζει με σαφήνεια ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου προϋποθέτει συνεργασία σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης – από το ευρωπαϊκό έως το τοπικό – καθώς και μια ολιστική προσέγγιση που κινητοποιεί το σύνολο της κοινωνίας.
Σε γενικό επίπεδο, ο Πυλώνας Ι στοχεύει στην ενίσχυση του συντονισμού και στη διαμόρφωση κοινών βάσεων γνώσης, ώστε τα δεδομένα και οι προσεγγίσεις να είναι πιο συγκρίσιμα μεταξύ των κρατών μελών. Ο Πυλώνας ΙΙ εστιάζει στην πρόληψη, μέσα από την ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας και της ευαισθητοποίησης. Ο Πυλώνας ΙΙΙ δίνει προτεραιότητα στη βελτίωση των μηχανισμών αναφοράς και στη διασφάλιση ουσιαστικής και έγκαιρης υποστήριξης για τα θύματα.
Στην επόμενη ενότητα, οι προτεραιότητες αυτές αποτυπώνονται σε πρακτικό επίπεδο, με έμφαση στο πώς η πρόληψη, η αναφορά και η υποστήριξη μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα συνεκτικό και διασυνδεδεμένο σύστημα στην πράξη.
Από το σχέδιο στην πράξη
Το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ δεν επιβάλλει ένα ενιαίο, αυστηρά προκαθορισμένο μοντέλο αντιμετώπισης του διαδικτυακού εκφοβισμού. Αντίθετα, χαράσσει ένα κοινό πλαίσιο κατευθύνσεων, προσδιορίζοντας τα κρίσιμα στοιχεία που χρειάζεται να ενισχυθούν και να ευθυγραμμιστούν σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε οι εθνικές πολιτικές να κινούνται προς μια πιο συνεκτική και αποτελεσματική κατεύθυνση.
Συγκεκριμένα, δίνει έμφαση:
- Στη διαμόρφωση μιας σαφούς και κοινά αποδεκτής κατανόησης του διαδικτυακού εκφοβισμού.
- Στην ενίσχυση της τεκμηριωμένης βάσης που υποστηρίζει τη χάραξη πολιτικής.
- Στην εφαρμογή ουσιαστικών και συστηματικών μέτρων πρόληψης.
- Στη δημιουργία πιο προσβάσιμων και φιλικών προς τα παιδιά μηχανισμών αναφοράς.
- Στην εξασφάλιση έγκαιρης, συντονισμένης και αποτελεσματικής ανταπόκρισης στα περιστατικά.
- Στην ανάπτυξη αξιόπιστων και συνεκτικών μηχανισμών υποστήριξης για τα θύματα
Κοινή κατανόηση και ευθυγράμμιση πολιτικών
Κεντρικός άξονας του Σχεδίου Δράσης είναι η διαμόρφωση μιας κοινής και σαφούς κατανόησης του διαδικτυακού εκφοβισμού τόσο ως αυτόνομου φαινομένου όσο και σε σχέση με άλλες μορφές παράνομου ή επιβλαβούς διαδικτυακού περιεχομένου, αλλά και με τον εκφοβισμό που εκδηλώνεται εκτός διαδικτύου. Παρότι πολλές χώρες της ΕΕ έχουν υιοθετήσει νομοθετικές ρυθμίσεις που αγγίζουν άμεσα ή έμμεσα το ζήτημα, πρόσφατες αναλύσεις δείχνουν ότι μόνο περίπου το ένα τρίτο διαθέτει ρητό και σαφή ορισμό του φαινομένου.
Η ύπαρξη μιας ευρέως αποδεκτής προσέγγισης είναι κρίσιμη, καθώς ο διαδικτυακός εκφοβισμός είναι ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο φαινόμενο. Εκδηλώνεται μέσα από διαφορετικές μορφές συμπεριφοράς και προσαρμόζεται γρήγορα στις τεχνολογικές εξελίξεις. Για τον λόγο αυτό, δύσκολα εντάσσεται σε ένα μόνο θεσμικό ή επιχειρησιακό πλαίσιο. Η πολυπλοκότητά του μπορεί να δημιουργεί ασάφεια ως προς το τι ακριβώς θεωρείται διαδικτυακός εκφοβισμός και ποιος φορέας είναι υπεύθυνος για την πρόληψη, την αντιμετώπιση ή την υποστήριξη των εμπλεκομένων.
Σε πρακτικό επίπεδο, μια κοινή κατανόηση λειτουργεί ως θεμέλιο για πιο συντονισμένες στρατηγικές πρόληψης, παρακολούθησης και αντιμετώπισης σε επίπεδο κρατών μελών. Επιτρέπει σε διαφορετικούς τομείς, όπως η εκπαίδευση, η κοινωνική πρόνοια, οι γραμμές βοήθειας και οι αρμόδιες αρχές, να αναγνωρίζουν και να καταγράφουν το ίδιο φαινόμενο με συγκρίσιμο τρόπο.
Παράλληλα, διευκολύνει την ανάπτυξη κοινών ερευνητικών εργαλείων και δεικτών, τη σύγκριση ευρημάτων μεταξύ χωρών και την ενίσχυση της τεκμηριωμένης βάσης πάνω στην οποία σχεδιάζονται οι παρεμβάσεις. Μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πιο σαφή και αξιόπιστη καταγραφή των περιστατικών, αλλά και σε καλύτερη κατανόηση του πότε ένα συμβάν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε σχολικό επίπεδο και πότε απαιτείται παραπομπή σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης.
Τεκμηριωμένη βάση (Evidence base)
Το Σχέδιο Δράσης αναδεικνύει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της τεκμηριωμένης γνώσης και τη βελτίωση της συγκρισιμότητας των δεδομένων μεταξύ χωρών. Επισημαίνει ότι όταν οι τρόποι μέτρησης διαφέρουν, καθίσταται δύσκολο να εντοπιστούν πραγματικές τάσεις, να αξιολογηθούν οι πολιτικές παρεμβάσεις και να εκτιμηθεί ο αντίκτυπός τους στον περιορισμό του διαδικτυακού εκφοβισμού.
Η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη προϋποθέτει συμφωνία σε ένα κοινό σύνολο δεικτών, που να μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο διακρατικά όσο και διατομεακά. Παράλληλα, απαιτείται σαφήνεια ως προς το πώς συνδέονται και συμπληρώνουν η μία την άλλη οι διαφορετικές πηγές δεδομένων, όπως οι καταγραφές από γραμμές βοήθειας, τα περιστατικά που δηλώνονται στα σχολεία, τα ευρήματα ερευνών, αλλά και όπου χρειάζεται, στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές.
Εξίσου σημαντικό είναι τα δεδομένα να αξιοποιούνται ουσιαστικά. Δεν αρκεί η συλλογή τους, χρειάζεται να τροφοδοτούν ενεργά τον σχεδιασμό πολιτικών και παρεμβάσεων. Από την ανάπτυξη στοχευμένων στρατηγικών πρόληψης και την αναγνώριση αναγκών επιμόρφωσης επαγγελματιών, έως την πιο αποτελεσματική και δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων πόρων.
Η ενίσχυση της συγκρισιμότητας και της χρηστικότητας των στοιχείων εξαρτάται από ορισμένες βασικές προϋποθέσεις: τη χρήση μεθόδων που επιτρέπουν συνεπείς διακρατικές συγκρίσεις, τον καθορισμό σαφών αρμοδιοτήτων για τη συλλογή, επαλήθευση και ανάλυση πληροφοριών μεταξύ των τομέων και τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας και της προστασίας των παιδιών. Στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εκδώσει κατευθυντήριες οδηγίες για ένα κοινό πλαίσιο συλλογής δεδομένων και σχετικών δεικτών.
Μέτρα πρόληψης
Ο πυλώνας πρόληψης και ευαισθητοποίησης του Σχεδίου Δράσης αναδεικνύει τη σημασία της ψηφιακής παιδείας, της επαγγελματικής επιμόρφωσης και της συνεχούς δράσης για τη μείωση της πιθανότητας και του αντίκτυπου του διαδικτυακού εκφοβισμού. Η πρόληψη είναι πιο αποτελεσματική όταν ενσωματώνεται στην καθημερινή λειτουργία σχολείων και δομών νεολαίας και δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη εκστρατεία ενημέρωσης.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει την ενσωμάτωση της ψηφιακής πολιτειότητας (δηλαδή της υπεύθυνης και με σεβασμό διαδικτυακής συμπεριφοράς) ως φυσιολογικού μέρους της σχολικής μάθησης, καθώς και την παροχή πρακτικής καθοδήγησης σε εκπαιδευτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της νεολαίας για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση περιστατικών διαδικτυακού εκφοβισμού.
Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τακτικές συζητήσεις στην τάξη, σαφείς σχολικούς κανόνες για τη διαδικτυακή συμπεριφορά και συμφωνημένες διαδικασίες για το προσωπικό σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης όταν προκύπτουν προβλήματα. Επιπλέον, είναι σημαντικό οι συμβουλές που λαμβάνουν τα παιδιά να είναι συνεπείς μεταξύ σχολείων, Κέντρων Ασφαλούς Διαδικτύου και άλλων υπηρεσιών υποστήριξης, καθώς και το εκπαιδευτικό υλικό να επικαιροποιείται σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που αναδεικνύονται από ερευνητικά στοιχεία.
Επιλογές αναφοράς
Το Σχέδιο Δράσης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά και οι νέοι μπορούν να αναφέρουν περιστατικά διαδικτυακού εκφοβισμού με τρόπους σαφείς, αξιόπιστους και προσβάσιμους. Στην πράξη, αυτό υπερβαίνει την απλή ύπαρξη ενός καναλιού αναφοράς. Τα παιδιά πρέπει να μπορούν να εντοπίζουν γρήγορα το κατάλληλο κανάλι, να κατανοούν τι θα συμβεί μετά την αναφορά και να αισθάνονται βεβαιότητα ότι δεν θα χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης ούτε θα εκτεθούν σε περαιτέρω βλάβη. Οι μηχανισμοί αναφοράς χρειάζεται να είναι προσαρμοσμένοι στα πραγματικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία εκδηλώνεται ο διαδικτυακός εκφοβισμός. Δεν αρκεί να σχεδιάζονται με γνώμονα μία μόνο πλατφόρμα ή ένα συγκεκριμένο ψηφιακό περιβάλλον. Πρέπει να είναι ευέλικτοι και ικανοί να ανταποκρίνονται στη διαφορετικότητα των χώρων όπου κινούνται τα παιδιά και οι νέοι στο διαδίκτυο.
Στο πλαίσιο αυτό, μία από τις συγκεκριμένες δράσεις που προβλέπονται είναι η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να υποστηρίξει την ανάπτυξη και τη σταδιακή υιοθέτηση μιας εφαρμογής διαδικτυακής ασφάλειας (online safety app) σε όλα τα κράτη μέλη. Η εφαρμογή αυτή στοχεύει να προσφέρει στα παιδιά και στους νέους έναν απλό, κατανοητό και άμεσο τρόπο αναφοράς περιστατικών, καθώς και εύκολη πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης.
Ωστόσο, το Σχέδιο Δράσης επισημαίνει ότι η αναφορά αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα, καθώς θα πρέπει να οδηγεί σε έγκαιρη ανταπόκριση, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε διεπιστημονική υποστήριξη (διαδικτυακή και δια ζώσης) και της εμπλοκής όλων των αρμόδιων αρχών. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά μπορεί να αναζητήσουν βοήθεια μέσω διαφορετικών μηχανισμών, για παράδειγμα, μέσω σημείου επαφής στο σχολείο, μέσω γραμμής βοήθειας, μέσω μιας νέας εφαρμογής ή μέσω του εργαλείου αναφοράς μιας πλατφόρμας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αυτοί οι μηχανισμοί διαχείρισης θα διασυνδέονται μεταξύ τους, με σαφή κατανομή ευθυνών. Στο σημείο αυτό, το Σχέδιο Δράσης είναι σαφές: οι διαδικτυακές πλατφόρμες παραμένουν υπεύθυνες για αποτελεσματικούς μηχανισμούς αναφοράς, ενώ η επιτυχία της εφαρμογής διαδικτυακής ασφάλειας εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα εθνικής υποστήριξης και μηχανισμών παρακολούθησης.
Αντιμετώπιση περιστατικών
Το Σχέδιο Δράσης καθιστά σαφές ότι η αναφορά πρέπει να συνοδεύεται από ένα αποτελεσματικό σύστημα ανταπόκρισης. Όταν αναφέρεται ένα περιστατικό διαδικτυακού εκφοβισμού, το ζητούμενο είναι να ακολουθεί έγκαιρη και συντονισμένη αντίδραση, καθώς και πρόσβαση σε κατάλληλη υποστήριξη συμπεριλαμβανομένης ψυχολογικής στήριξης, βοήθειας από εκπαιδευτικούς και, όπου απαιτείται, υπηρεσιών παιδικής προστασίας. Η αποτελεσματικότητα των συστημάτων ανταπόκρισης εξαρτάται και από την επάρκεια πόρων. Ακόμη και τα πιο καλοσχεδιασμένα εργαλεία αναφοράς θα έχουν περιορισμένο αντίκτυπο εάν οι εθνικές υπηρεσίες υποστήριξης δεν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να ανταποκριθούν άμεσα στα αναφερόμενα περιστατικά.
Τέλος, η συνέχεια των υπηρεσιών είναι καθοριστικής σημασίας: η υποστήριξη δεν πρέπει να σταματά μετά την πρώτη επαφή, αλλά να περιλαμβάνει παρακολούθηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα παιδιά δεν στοχοποιούνται ξανά και ότι οι παρεμβάσεις βελτιώνουν ουσιαστικά την ευημερία και την ασφάλειά τους. Καθώς διαφορετικές υπηρεσίες αναλαμβάνουν επιμέρους πτυχές της διαχείρισης ενός περιστατικού, είναι ζωτικής σημασίας η συνεργασία και οι παραπομπές μεταξύ τους να γίνονται με σαφήνεια, συνέχεια και συντονισμό. Τα παιδιά δεν θα πρέπει να μετακινούνται από υπηρεσία σε υπηρεσία χωρίς καθοδήγηση, ούτε να χρειάζεται να επαναλαμβάνουν την ιστορία τους ξανά και ξανά. Αντίθετα, η υποστήριξη οφείλει να είναι συνεκτική, με φροντίδα και αίσθηση συνέχειας σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Τι ακολουθεί;
Το Σχέδιο Δράσης προαναγγέλλει αρκετές πρωτοβουλίες για το 2026 που θα διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο διαδικτυακός εκφοβισμός στο ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής. Σε σχέση με τη διακυβέρνηση των πλατφορμών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να ενισχύσει την έμφαση στον διαδικτυακό εκφοβισμό στο πλαίσιο της αναθεώρησης των κατευθυντήριων γραμμών του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) σχετικά με την προστασία των ανηλίκων, καθώς και να υιοθετήσει κατευθυντήριες γραμμές για τις Αξιόπιστες Πηγές Επισήμανσης Παράνομου Περιεχομένου (trusted flaggers), διευκρινίζοντας τον ρόλο τους στην αντιμετώπιση παράνομου περιεχομένου.
Παράλληλα, η αξιολόγηση της Οδηγίας για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων (AVMSD) θα εξετάσει τρόπους αντιμετώπισης του διαδικτυακού εκφοβισμού σε πλατφόρμες διαμοιρασμού βίντεο. Το Σχέδιο Δράσης επισημαίνει επίσης τη σημασία των διατάξεων του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act) στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του διαδικτυακού εκφοβισμού.
Στον τομέα της πρόληψης και της ευαισθητοποίησης, το 2026 η Επιτροπή προτίθεται να συμπεριλάβει τον διαδικτυακό εκφοβισμό στην επικαιροποίηση των κατευθυντήριων οδηγιών για εκπαιδευτικούς σχετικά με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και την προώθηση της ψηφιακής παιδείας. Παράλληλα, στοχεύει στην ενίσχυση των πόρων και της επιμόρφωσης για σχολεία και δομές τυπικής και μη τυπικής εκπαίδευσης (για παράδειγμα μέσω της πλατφόρμας BIK, των Κέντρων Ασφαλούς Διαδικτύου και άλλων ευρωπαϊκών καναλιών, όπως η Ευρωπαϊκή Πύλη Νεολαίας). Περαιτέρω δράσεις για την ψηφιακή ικανότητα, την πρόληψη του διαδικτυακού εκφοβισμού και την ψηφιακή ευημερία αναμένονται στο πλαίσιο του οδικού χάρτη για το 2030 σχετικά με το μέλλον της ψηφιακής εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων, καθώς και στο επικείμενο Σχέδιο Δράσης της Ε.Ε για την προστασία των παιδιών από το έγκλημα.
Όσον αφορά την αναφορά και την υποστήριξη, μια σημαντική εξέλιξη από τα τέλη του καλοκαιριού και έπειτα είναι η προπαρασκευαστική εργασία της Επιτροπής για την ανάπτυξη της εφαρμογής διαδικτυακής ασφάλειας, βασισμένη σε υφιστάμενα εθνικά πρότυπα. Το Σχέδιο Δράσης την περιγράφει ως εργαλείο για εύκολη αναφορά, ασφαλή αποθήκευση αποδεικτικών στοιχείων και παροχή εξατομικευμένης βοήθειας. Ωστόσο, η ευρύτερη εφαρμογή της αναμένεται να εξελιχθεί σταδιακά και θα εξαρτηθεί από την υιοθέτησή της από τα κράτη μέλη. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα ενσωμάτωσής της στα εργαλεία αναφοράς και υποστήριξης χρηστών των διαδικτυακών πλατφορμών.
Συνολικά, το Σχέδιο Δράσης προσανατολίζεται προς μια πιο συντονισμένη προσέγγιση, που συνενώνει τις προσπάθειες των κρατών μελών, των Κέντρων Ασφαλούς Διαδικτύου, της κοινωνίας των πολιτών, της βιομηχανίας, διεθνών οργανισμών και των ίδιων των παιδιών. Στην πράξη, η πρόοδος θα εξαρτηθεί λιγότερο από ένα μεμονωμένο μέτρο και περισσότερο από το κατά πόσο τα μονοπάτια πρόληψης, αναφοράς και υποστήριξης διασυνδέονται αποτελεσματικά από άκρο σε άκρο, καθώς και από το αν τα δεδομένα μπορούν να συλλέγονται και να αξιοποιούνται με πιο συνεπή τρόπο μεταξύ των χωρών.
Θέλετε να μάθετε περισσότερα;
Εξερευνήστε περισσότερη σχετική έρευνα στον κατάλογο «Έρευνες και Αναφορές» του BIK Knowledge Hub. Ο κατάλογος αυτός, σε συνδυασμό με το BIK Policy Monitor, επικαιροποιείται κάθε χρόνο και συγκεντρώνει τεκμηριωμένες μελέτες και στοιχεία που στηρίζουν την εφαρμογή της στρατηγικής BIK+ στα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στην Ισλανδία και τη Νορβηγία.
Πηγή: Better Internet for Kids

